Ύμνος στη Χαρά - Χριστουγεννιάτικη συναυλία

Η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών σε εορταστική διάθεση παρουσιάζει την περίφημη Ενάτη του Μπετόβεν.



Το έργο που άλλαξε για πάντα την ιστορία της μουσικής, αναδεικνύεται σε όλο του το θάμβος μέσα

από δύο πανηγυρικές συναυλίες, στις 17 &18 Δεκεμβρίου. Γιατί αυτά τα Χριστούγεννα,

μετά από δύο ζοφερά χρόνια πανδημίας, έχουμε ανάγκη  περισσότερο από ποτέ τον «Ύμνο

στην Χαρά». Την τελευταία ολοκληρωμένη συμφωνία του Μπετόβεν που μας καλεί να

βιώσουμε την αγάπη και τη γιορτή, επικοινωνώντας μέσα από το μεγαλείο της

τέχνης. Άλλωστε το όραμα του Γερμανού ρομαντικού ποιητή Φρίντριχ Σίλερ, όπως

εκφράζεται μέσα από τους 108 στίχους του, παραμένει επίκαιρο. Ποιος θα τολμήσει να το

αρνηθεί; Ότι ναι, η συμφιλίωση και η ασφάλεια αποτελούν υπέρτατες αξίες. Σολίστ, οι

κορυφαίοι Ελένη Καλένος, Μπάρμπαρα Κόσελ, Μάριο Τζεφίρι και Δημήτρης Τηλιακός.

Συμμετέχουν οι χορωδίες της Ελληνικής Ραδιοφωνίας και Τηλεόρασης, των Μουσικών

Συνόλων του Δήμου Αθηναίων και της Μικτής Χορωδίας Θεσσαλονίκης. Διευθύνει, ο

διεθνούς ακτινοβολίας Εσθονός μαέστρος Μίχκελ Κύτσον. 


ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

ΑΘΗΝΑ, 29.11.2021


ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 17 & ΣΑΒΒΑΤΟ 18 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ, 20:30

ΜΕΓΑΡΟ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΙΘΟΥΣΑ Χ. ΛΑΜΠΡΑΚΗΣ


Το πρόγραμμα με μια ματιά


ΛΟΥΝΤΒΙΧ ΒΑΝ ΜΠΕΤΟΒΕΝ (1770–1827)

Συμφωνία αρ. 9 σε ρε ελάσσονα, έργο 125


ΣΟΛΙΣΤ

Ελένη Καλένος, υψίφωνος

Μπάρμπαρα Κόσελ, μεσόφωνος

Μάριο Τζεφίρι, τενόρος

Δημήτρης Τηλιακός, βαρύτονος


ΜΟΥΣΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ

Μίχκελ Κύτσον


ΣΥΜΜΕΤΟΧΕΣ

Χορωδία της Ελληνικής Ραδιοφωνίας και Τηλεόρασης

Διεύθυνση - διδασκαλία: Δημήτρης Κτιστάκης


Χορωδία των Μουσικών Συνόλων του Δήμου Αθηναίων

Διεύθυνση - διδασκαλία: Σταύρος Μπερής


Μικτή Χορωδία Θεσσαλονίκης

Διεύθυνση - διδασκαλία: Μαίρη Κωνσταντινίδου


Το σχόλιο της Ελένης Καλένος

Όπως και με κάθε έργο, ένας ερμηνευτής φέρει την ευθύνη να μεταφέρει τα μηνύματα του

συνθέτη με τον πλέον ανθρώπινο τρόπο, ώστε το κοινό να συνυπάρξει, να καθρεφτιστεί, να

δονηθεί, να σκεφτεί, να αισθανθεί και να αλλάξει έστω και/για λίγο. Η Ενάτη, με τον Ύμνο στη

Χαρά, εκφράζει ιδανικά αδελφοσύνης, ηθικής ελευθερίας και αποδοχής όλων. Ιδεώδη που

είναι στην ουσία ουτοπικά.

Η μια πρόκληση επομένως για μένα είναι να μπορέσω -μέσω του «ρόλου» μου στο έργο- να

βοηθήσω το κοινό στη διατήρηση της πίστης του στα παραπάνω ιδεώδη μέσα από τη δύναμη

της μουσικής και του λόγου.

Σε τεχνικό επίπεδο, ο συνθέτης φέρεται στις φωνές - από άποψη γραφής - με τον τρόπο που

φέρεται στα ορχηστρικά όργανα. Η κυρίως πρόκληση είναι να διατηρήσω την ακεραιότητα του

φωνητικού στυλ τραγουδιού ανεπηρέαστη μέσα στο όλο σύνολο, αλλά και ταυτόχρονα σε

αρμονία με αυτό. 


Το σχόλιο της Μπάρμπαρα Κόσελ

Είναι υπέροχο που συμπράττω ξανά με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, μετά το ντεμπούτο

μου μαζί της το 2019 ως Μπρανγκαίνε δίπλα στην Πέτρα Λανγκ και τον Στέφαν Βίνκε – τόσο

όμορφες αναμνήσεις! Ανυπομονώ πραγματικά να συμπράξουμε και πάλι μαζί σε αυτό το

απίστευτο μουσικό δημιούργημα.


Το σχόλιο του Μάριο Τζεφίρι

Με την ΚΟΑ με συνδέει προσωπικά μια πολυετής συνεργασία, η οποία ανανεωνόταν τακτικά,

σχεδόν χρόνο παρά χρόνο, κάθε φορά και με μια νέα, ενδιαφέρουσα και επιτυχημένη

παραγωγή! 

Η περσινή διεθνής κρίση του COVID-19 ήρθε να διακόψει αυτή την τακτική σύμπραξη, όμως

να που τώρα επανερχόμαστε στα «καθιερωμένα» με την Ωδή στη χαρά, το τελευταίο τμήμα

της Ενάτης του Μπετόβεν, έργο που όσο κανένα άλλο μπορεί να εκφράσει αυτό που όλοι μας-

κοινό και καλλιτέχνες- αισθανόμαστε, ευρισκόμενοι και πάλι ο ένας απέναντι στον

άλλον, έχοντας πλέον ξεκινήσει την έξοδο από αυτήν την στενωπό…


Το σχόλιο του Δημήτρη Τηλιακού

Η Ενάτη Συμφωνία είναι περισσότερο από ένα μεγαλειώδες μουσικό έργο, είναι ένα

κοινωνικοπολιτικό μανιφέστο.

Ο Ύμνος στη Χαρά είναι η αναζήτηση, η γιορτή, ο αγώνας, η τελετουργία που συντελείται μέσα

από τη συνάντηση των ανθρώπων. 

Η φωνή του βαρύτονου στην αρχή του ύμνου, σκέφτομαι, πως είναι η φωνή του ίδιου του

Μπετόβεν μέσα από τα λόγια του Σίλερ, που σαν τελετάρχης αυτής της γιορτής, σαν σε

παράβαση σε αρχαίο δράμα, απευθύνεται στον κόσμο ζητώντας του να ακυρώσει όσα έχουν

προηγηθεί και να αρνηθεί το διχασμό, προτείνοντάς του ένα νέο δρόμο, αυτόν της χαράς, το

δρόμο που όλοι οι άνθρωποι γίνονται αδέλφια!

Οι σκέψεις αυτές ενεργοποιούν μέσα μου τη δύναμη που χρειάζομαι για να μεταφέρω το

πανανθρώπινο και διαχρονικό μήνυμα αυτού του έργου.

Είναι χαρά, πρόκληση και ευθύνη. 

Είμαι ιδιαίτερα ευτυχής κάθε φορά που συμπράττω με τη σπουδαιότερη συμφωνική ορχήστρα

της χώρας μας, η οποία έχει παίξει ιδιαίτερο ρόλο στη διαμόρφωσή μου ως μουσικού από τα

σπουδαστικά μου χρόνια στην Αθήνα.

Η πρόσκληση από τον καλλιτεχνικό διευθυντή, κύριο Λουκά Καρυτινό, αποτελεί για εμένα, τιμή

και χαρά.  


Το σχόλιο του μαέστρου

Ως το βασικότερο αριστούργημα της ευρωπαϊκής μουσικής, η Ενάτη Συμφωνία του Μπετόβεν

αντανακλά και διαθλά σαν καθρέφτης τις αξίες, τις ελπίδες και τους φόβους όσων προσπαθούν

να την καταλάβουν και να την εξηγήσουν. Ειδικά το τελευταίο μέρος είναι το πιο ενοχλητικό και

προβληματικό μέσα σε ολόκληρο το έργο του Μπετόβεν. Με τις σχεδόν αδύνατες τεχνικές

απαιτήσεις του, τις τεράστιες διαστάσεις και τον ουτοπικό ανθρωπιστικό ιδεαλισμό της Ωδής

στη Χαρά του Φρίντριχ Σίλερ, παρασέρνει τους ερμηνευτές, όπως και τους ακροατές σε ένα

ακατανόητο ταξίδι για να βρουν ποια θα μπορούσαν να είναι τα όρια της Συμφωνίας, ή ακόμη

και της ανθρωπότητας.

Σαν μαέστρος, αισθάνομαι προνομιούχος που θα διαβώ αυτό το μονοπάτι με την Κρατική

Ορχήστρα Αθηνών, τη Χορωδία της Ελληνικής Ραδιοφωνίας και Τηλεόρασης, τη Χορωδία των

Μουσικών Συνόλων του Δήμου Αθηναίων και τη Μικτή Χορωδία Θεσσαλονίκης. Ειδικά τώρα,

σε καιρούς που πρέπει όλοι μας να διερωτηθούμε τι είδους Ηλύσια Πεδία έχουμε πραγματικά

στο μυαλό μας, αν θέλουμε να μιλάμε για

αδερφοσύνη… Πιστεύω ακόμα στην ανθρωπότητα και

την αδιάψευστη μουσική δύναμη και μαεστρία στη


μουσική του Μπετόβεν. Η μουσική του μπορεί πραγματικά να ενώσει τις ψυχές των

ανθρώπων.

Για την ιστορία…

ΛΟΥΝΤΒΙΧ ΒΑΝ ΜΠΕΤΟΒΕΝ (1770 – 1827)

Συμφωνία αρ.9 σε ρε ελάσσονα, έργο 125

1. Allegro ma non troppo, un poco maestoso

2. Molto vivace

3. Adagio molto e cantabile – Andante moderato

4. Presto – Allegro assai – Presto – Allegro assai vivace alla marcia – Allegro ma non tanto –

Prestissimo – Maestoso (Ωδή στη Χαρά σε ποίηση Φρ. Σίλλερ)

Ήχησε στην πλατεία Τιεν Αν Μεν του Πεκίνου το 1989 από μεγάφωνα που είχαν στήσει οι εξεγερμένοι

φοιτητές. Με αυτήν γιορτάστηκε η πτώση του τείχους του Βερολίνου τα Χριστούγεννα της ίδιας

χρονιάς. Με αυτήν άνοιξε και πάλι μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο το φεστιβάλ του Μπάιροϊτ τον

Ιούλιο του 1951 έχοντας αποτινάξει ριζικά τη σφραγίδα του ναζισμού. Υπό τους ήχους της ο

οραματιστής Ντομένικο αυτοπυρπολείται προσπαθώντας να αφυπνίσει τα πλήθη, στην

αριστουργηματική Νοσταλγία του Αντρέι Ταρκόφσκυ. Ο λόγος, για την Ενάτη Συμφωνία του Μπετόβεν

με το μεγαλειώδες της φινάλε, βασισμένο στην Ωδή στη Χαρά του Σίλλερ. Η μουσική της συνόδευσε

ουκ ολίγες φορές σημαδιακές, «χαρμόσυνες» στιγμές της Ιστορίας και της Τέχνης αλλά πολλές φορές

έγινε αντικείμενο καπήλευσης από ολοκληρωτικά καθεστώτα, που θέλησαν μάταια να οικειοποιηθούν

τη δύναμη της μουσικής και του οράματός της· όμως, ακριβώς χάρη στην αυθεντική αυτή δύναμη, η

Ενάτη φτάνει ως τις μέρες μας ως μία από τις υψηλότερες κατακτήσεις του ανθρώπινου πνεύματος,

ανυπέρβλητη παρακαταθήκη ομορφιάς και αλήθειας.

Ο Μπετόβεν γνώριζε την Ωδή στη Χαρά του Γερμανού ποιητή και δραματουργού Φρήντριχ Σίλλερ ήδη

από το 1786, όταν αυτή δημοσιεύθηκε. Ο παθιασμένος ύμνος στην παγκόσμια αδελφοσύνη, στη

μεθυστική, υπερβατική Χαρά της προσέγγισης του Θείου, συγκίνησε ειλικρινά τον Μπετόβεν, που

άρχισε να σχεδιάζει μία μελοποίηση της Ωδής εν είδει καντάτας ήδη από το 1812. Εν τω μεταξύ, σχέδια

για τα πρώτα μέρη της Ενάτης Συμφωνίας αρχίζουν να εμφανίζονται τακτικά στις σημειώσεις του κατά

τα έτη 1818 – 1819, με αφορμή την παραγγελία για δύο νέες συμφωνίες από τη Βασιλική Φιλαρμονική

Εταιρεία του Λονδίνου. Η παραγγελία αυτή τελικά δεν προχώρησε και η σύνθεση της Ενάτης ξεκίνησε

συστηματικά το 1822, χωρίς ακόμα να υπάρχει η σκέψη για ένα χορωδιακό φινάλε και μάλιστα πάνω

στο ποίημα του Σίλλερ. Η απόφαση αυτή ελήφθη από τον συνθέτη το καλοκαίρι της επόμενης χρονιάς

σε μία στιγμή αναπάντεχης, κατακλυσμιαίας έμπνευσης. Και έμελλε να είναι μία απόφαση, που θα

άλλαζε για πάντα τα δεδομένα στο χώρο της συμφωνικής μουσικής.

Η θρυλική πρεμιέρα της Ενάτης Συμφωνίας, που αφιερώθηκε στον βασιλιά Φρειδερίκο Γουλιέλμο Γ’

της Πρωσίας, δόθηκε στις 7 Μαΐου 1824 στο Θέατρο Καίρντνερτορ της Βιέννης. Την μουσική

διεύθυνση είχε αναλάβει ο βιολιστής και αρχιμουσικός Μίχαελ Ούμλαουφ έχοντας στο πλάι του τον

συνθέτη, ο οποίος ανήμπορος λόγω της κώφωσής του να διευθύνει, περιορίστηκε στο να δίνει το τέμπο

και να γυρνά τις σελίδες της παρτιτούρας. Σύμφωνα με μία πασίγνωστη αφήγηση-μαρτυρία, στο τέλος

του δεύτερου (ή κατ’ άλλους του τέταρτου) μέρους της

Συμφωνίας το κοινό είχε ξεσπάσει σε ένθερμα


χειροκροτήματα και η άλτο σολίστ Κάρολυν Ούνγκερ χρειάστηκε να στρέψει προς το κοινό τον

Μπετόβεν, που προφανώς δεν μπορούσε να αντιληφθεί το τι γινόταν, για να εισπράξει τον πάνδημο

έπαινο. Πάντως, η επικρατούσα άποψη είναι πως η γενική εκτέλεση της Συμφωνίας απείχε πολύ από το

να χαρακτηριστεί επιτυχής λόγω έλλειψης αρκετών δοκιμών της ορχήστρας αλλά και λόγω της

ανεπάρκειας της χορωδίας σε αρκετές περιπτώσεις.

Οι αμέσως επόμενες εκτελέσεις της Ενάτης, όπως η δεύτερη, στις 23 Μαΐου 1824 στα ανάκτορα της

Βιέννης ή η πρώτη εκτέλεση επί βρετανικού εδάφους στις 21 Μαρτίου 1825 (ο Μπετόβεν είχε στο

μεταξύ στείλει αντίγραφο της Συμφωνίας με αφιέρωση στη Βασιλική Φιλαρμονική Εταιρεία έναντι του

ποσού των πενήντα γκινεών), δεν στάθηκαν αρκετές για να καταξιωθεί η Συμφωνία πλήρως στη

συνείδηση κριτικών και κοινού. Στο πέρασμα του χρόνου, όσο και αν φυσιογνωμίες του επιπέδου ενός

Σούμαν, ενός Μπερλιόζ και αργότερα ενός Βάγκνερ την ύμνησαν ως κορωνίδα του μπετοβενικού

έργου, για το ευρύ κοινό της εποχής η μεγάλη της διάρκεια φάνταζε κουραστική, ενώ πολλοί κριτικοί

του 19 ου αιώνα αντέδρασαν στο ύφος και στις καινοτομίες της απαξιώνοντάς την με βαρύτατους ενίοτε

χαρακτηρισμούς. Ακόμα και ο μεγάλος Βέρντι σχολίασε επικριτικά τον τρόπο που ο Μπετόβεν

χειρίστηκε τις ανθρώπινες φωνές, ενώ στον 20 ο αιώνα ο Στραβίνσκυ θεωρούσε πολλά σημεία του

φινάλε ως «χαμηλού γούστου». Κανένα τέτοιο σχόλιο όμως δεν μπόρεσε τελικά να επισκιάσει το

γεγονός, ότι ο Μπετόβεν με την Ενάτη προσέδωσε μία νέα διάσταση στο είδος της συμφωνίας, που

επηρέασε καταλυτικά τους μεταγενέστερους δημιουργούς. Η οικουμενικότητα της μουσικής γλώσσας

και του νοήματος της Ενάτης, το «άνοιγμά» της στο χώρο της ποίησης και κατ’ επέκταση του

τραγουδιού, είναι η κατεξοχήν υλοποίηση ενός μεγαλόπνοου οράματος, που πολύ αργότερα θα

περιέγραφε λακωνικά ο Μάλερ λέγοντας πως μία συμφωνία οφείλει «να αγκαλιάζει όλο το σύμπαν».

Αρμονικά απροσδιόριστα και σε χαμηλή δυναμική, τα πρώτα μέτρα της Συμφωνίας είναι ένας

έμπρακτος στοχασμός πάνω στη γένεση του ίδιου του ήχου μέσα από τη σιωπή. Το υπόκωφο τρέμολο

των εγχόρδων και η αινιγματική εναλλαγή των νοτών μι και λα σταδιακά οδηγούν με διερευνητικό

τρόπο στην ηχηρή κατοχύρωση της ρε ελάσσονας και την έκθεση από όλη σχεδόν την ορχήστρα ενός

στιβαρού συμφωνικού θέματος. Άμεσα παρουσιάζεται μία πληθώρα επιπρόσθετων μοτιβικών

στοιχείων, που στην πορεία γίνονται αντικείμενο δραματικής και αρμονικά δαιδαλώδους επεξεργασίας.

Η επανέκθεση ξεσπά θριαμβευτικά -αν και κατά περίεργο τρόπο κάπως δυσοίωνα- με τα αρχικά μέτρα

μεταμορφωμένα προς το ηχηρότερο και σε ρε μείζονα. Η coda θυμίζει πένθιμο εμβατήριο, που

αναπτύσσεται πάνω στη χρωματική κίνηση βιολοντσέλων και κοντραμπάσων.

Η τοποθέτηση του σκέρτσου ως δεύτερου (και όχι τρίτου) μέρους αποτελεί μία από τις καινοτομίες της

Ενάτης. Ένα χαρακτηριστικό παρεστιγμένο μοτίβο που επαναλαμβάνεται τέσσερις φορές (η τρίτη εξ

αυτών από το τύμπανο) σηματοδοτεί την εκκίνηση του σκέρτσου, που σε μεγάλο βαθμό ξετυλίγεται με

αντιστικτικό και μανιώδη, θα έλεγε κανείς, τρόπο. Διάσπαρτες παρεμβάσεις του τύμπανου με το μοτίβο

της αρχής λειτουργούν ως μία μεστή νοήματος υπενθύμιση. Ένα λαϊκότροπο θέμα προσδίδει ανάλαφρη

χάρη και παιδική απλότητα στο ενδιάμεσο τρίο. Μετά την αναμενόμενη επανεμφάνιση του σκέρτσου,

προς στιγμή φαίνεται ότι και το τρίο θα επαναληφθεί· όμως ελάχιστα μέτρα μετά, σαν ο συνθέτης να το

μετάνιωσε, η μουσική αιφνιδιαστικά ολοκληρώνεται.

Το υψηλής εκφραστικότητας αργό μέρος ακολουθεί τη δομή διπλών παραλλαγών πάνω σε δύο εκτενή

θέματα. Η γλαφυρή στοχαστικότητα, που συναντά κανείς και σε άλλα αργά μέρη της τελευταίας

συνθετικής περιόδου του Μπετόβεν, πρυτανεύει καθ’ όλη τη

διάρκεια του μέρους με τρόπο γαλήνιο, κατασταλαγμένο και


αισθησιακό. Η ατμόσφαιρα συνδυάζει μία αίσθηση ειδυλλιακής νοσταλγίας με αυτήν της

απροσδιόριστης προσμονής για κάτι «μεγάλο» που πρόκειται να συμβεί. Αυτό ακριβώς δείχνουν να

προοιωνίζουν δύο ξαφνικές παρεμβάσεις των χάλκινων και ξύλινων πνευστών στην ήρεμη ακολουθία

των παραλλαγών.

Μία «φανφάρα του τρόμου», όπως την αποκαλεί ο Βάγκνερ, ανοίγει με διάφωνο τρόπο το φινάλε.

Άμεσα, βιολοντσέλα και κοντραμπάσα ξεκινούν να εκθέτουν μία αφηγηματική μελωδική γραμμή, που

θυμίζει ρετσιτατίβο, χωρίς λόγια φυσικά. Το ρετσιτατίβο αυτό διακόπτουν διαδοχικά υπομνήσεις από το

υλικό καθενός από τα τρία προηγούμενα μέρη, που ποτέ δεν φτάνουν να αποκτήσουν απόλυτα σάρκα

και οστά. Καθώς το ρετσιτατίβο ολοκληρώνεται, δίνει τη θέση του στην κύρια μελωδία του μέρους, που

ακούγεται αρχικά από τα βιολοντσέλα και τα κοντραμπάσα, για να αποτελέσει στο εξής τη βάση μίας

σειράς παραλλαγών ή καλύτερα μεταμορφώσεων. Μόλις η μελωδία αυτή δείχνει να έχει πια πλήρως

εμπεδωθεί, το ρετσιτατίβο της αρχής επανέρχεται, αυτή τη φορά τραγουδισμένο από τον μπάσο, που

καλεί τους φίλους να τραγουδήσουν χαρμόσυνα. Τα λόγια αυτά αποτελούν μία μικρή προσθήκη του

Μπετόβεν στην Ωδή του Σίλλερ, από την οποία ο ίδιος επέλεξε το ένα τρίτο περίπου για να αποτελέσει

την ποιητική βάση του φινάλε της Συμφωνίας. Σύντομα και οι άλλοι σολίστ και η χορωδία ενώνουν τις

δυνάμεις τους σε μία μουσική πορεία λαμπερή και ευφάνταστη προς ένα εκστατικό τέλος, ορισμένοι

σταθμοί της οποίας είναι μία λαϊκότροπη παραλλαγή στο στυλ της λεγόμενης «τουρκικής μουσικής»

(τόσο δημοφιλούς στη Βιέννη της εποχής), δύο πυκνές και νευρώδεις φούγκες, μία αργή ενότητα

υμνητικού χαρακτήρα επηρεασμένη από το Γρηγοριανό Μέλος και μία οιονεί καντέντσα για τους

τέσσερις σολίστ.

Σήμερα, δύο περίπου αιώνες μετά τη γένεση της Ενάτης, άπειρες σελίδες έχουν γραφτεί γύρω από την

αξία του συγκεκριμένου οραματισμού του Μπετόβεν. Ωστόσο, αυτό που έχει πρωτεύουσα σημασία δεν

είναι τόσο το τι αλλά το πώς ο Μπετόβεν κατόρθωσε να εκφράσει. Το όραμα του Σίλλερ, που με τόση

θέρμη ενστερνίσθηκε ο Γερμανός κλασικός, δεν ήταν και δεν είναι καινούριο· απεναντίας είναι τόσο

παλιό, σχεδόν όσο ο άνθρωπος. Το συγκλονιστικό είναι το πώς ο Μπετόβεν ένωσε τη φωνή του με τους

οραματιστές ενός καλύτερου κόσμου, το πώς επέλεξε να υπηρετήσει την ουτοπία: με μία μουσική τόσο

απλή και συνάμα τόσο περίτεχνη, τόσο μεγαλειώδη και τόσο ανθρώπινη, τόσο δεμένη με τον ποιητικό

λόγο και τόσο πιο ευρεία από αυτόν, τόσο προσωπική και τόσο πανανθρώπινη. Ο άνθρωπος, που τόσο

στερήθηκε τη χαρά στη ζωή του και που ήδη από το 1802 έγραφε πως «εδώ και καιρό η ειλικρινής ηχώ

της αληθινής χαράς μου είναι ξένη», έμελλε να την υμνήσει ουσιωδέστερα από κάθε άλλον. Όχι με

διάθεση «κηρύγματος» αλλά εμφορούμενος από ένα διακαή πόθο επικοινωνίας με τον άνθρωπο,

συμμεριζόμενος με ανιδιοτελή αγνότητα την αρχέγονη ελπίδα και πάλη του για την προσέγγιση του

Υπερβατικού.